Monday, October 25, 2010
έξι νέοι ποιητές
Λένα Καλλέργη:
Το φύλο μιας μέρας στο τρένο*
Όμορφος που ήσουν
Το πρόσωπό σου μισό ψάρι
Μισό φίδι
Μισό γύπας που μελαγχολεί
Τα μάτια σου ακοίμητες λίμνες
Τα χείλη σου διασταύρωση ορτανσίας και νέγρας
Τα λόγια σου έξω απ’ τα παράθυρα
Μάνταλα
Τα μαλλιά σου καπνός
Ας έπεσα έξω
Στην ώρα άφιξης του έρωτα
Στις καλές μέρες για απόγονους
Και στην τοποθεσία των σταθμών
Ξέρω ότι ήσουν
love story
Γιατί σου έγραψα ποιήματα
Κι αναμφίβολα
Η Τετάρτη είναι αγόρι
*απ' τη συλλογή ΚΗΠΟΙ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ, Μάιος 2010, εκδ. Γαβριηλίδη
Χάρις Κοντού:
Η μελωδία της τύχης*
Το δωμάτιο είν’ ακατάστατο
Γέμισες σπαραγμό τα σεντόνια
Η ανάσα σου πότιζε τα λευκά λουλουδάκια
στο νυχτικό της εφηβείας μου
Τα μακριά σου βήματα έφταναν μέχρι τα πόδια
Τα λεπτά σου δάχτυλα αγγίζουν το φθινόπωρο
- και πώς μπορώ κάθε φορά να είμαι τ’ αποτσίγαρο στις στάχτες σου
Έκοψα τρίχα τρίχα τον ναρκισσισμό μου
κι έπεσε στο πάτωμα
(μελαχρινή μου κατηφόρα)
Και μου μιλάει το πορτρέτο σου όταν έχει κρύο...
Όταν σ’ ακούω ακτινογραφώ τα κόκαλά μου
λα μινόρε και τρία τέταρτα
(ρυθμός ασθενικής καρδιάς)
Δεν είσαι συ που σέρνεις τη φυγή
αλλά εγώ που αναπνέω για λογαριασμό σου
Το γκρίζο του τοίχου ξεβάφει στα μάτια σου Μου έβαλαν ορό να γεμίσω με αυταπάτη
Το δωμάτιο είναι ένας θάλαμος
αεροστεγής
Αγαστός ο ορίζοντας της πλάνης μου
και η ανυπαρξία σου πιο λεία από ποτέ
αρχαίε επισκέπτη,
Μετρονόμε.
*ποίημα δημοσιευμένο στο προηγούμενο τέυχος του περιοδικού poema, νέα ποιήματά της βρίσκονται στο τελευταίο τεύχος του
Αφροδίτη Λυμπέρη:*
Rec-vie-M
Μοιάζω να'χω σώμα μέλισσας
με κίτρινο κάλυπτα τ'άσπρα μαλλιά
τα γδαρμένα γόνατα με μαύρο
Κυνηγούσα τις απολαύσεις με μανία.
Λάτρεψα την αναρρίχηση στους μίσχους
σιχάθηκα τ'ανυπόμονα μπουμπούκια.
Δε με συγκίνησε ποτέ το μέλι.
Άλλες γεννιούνται για μανάδες
κι άλλες για φτερωτές μοιχαλίδες.
Ρουφώντας το κεντρί της μοναξιάς
δηλητηρίαζα ερωτικά τα μάτια
που γλεντούσαν με αλκοολούχο μίσος.
Και τώρα εγώ νεκρικά μυστηριώδης
ανοίγω δειλά την μπαλκονόπορτα
και πορεύομαι ξανά μετέωρη
c'est la vie
αυτό να γραφτεί
στην τελευταία μου κηρήθρα.
Είπαν
πως κάποιος είχε πατήσει το rec στο μαγνητόφωνο
για να καταγράψει την μελωδία της Άνοιξης.
Μάταια.
Ένας μονόλογος κι ένα νανούρισμα
μόνο ακουγόταν
για άγρια παιδιά
κι ευαίσθητα θηρία.
Τραγούδι από πληγωμένες κεραίες
και βραχυκυκλωμένα φτερά
που σέρνονται
σε περαστικές ρόδες τυχαίων αμαξιών.
*άλλα ποιήματά της βρίσκονται στο τελεταίο poema στη στήλη αναγνώστες και περισσότερα στο ποιείν στην ανάρτηση 4 Ιουνίου 2010
Τάνια Σκραπαλιώρη:*
γενέθλια
Μετράω απόψε
εικοσιένα
ολόγιομα
θολά
φεγγάρια.
Κι είναι η νύχτα
πιο σκοτεινή απ’ όλες τις φορές
λες και το κάνει επίτηδες
για να ταιριάζουμε.
Κι ο ήλιος
θα μ’ ανταμώσει
στη στάση του λωτού
με μάτια γυάλινα
γεμάτα προσμονή
καρφωμένα στην κορυφογραμμή.
Για φαντάσου.
καλοκαίριασε
κι ούτε που το κατάλαβα.
*άλλα ποιήματά της βρίσκονται στα δύο τελευταία τεύχη του ποέμα
Θοδωρής Παπαϊωάννου:
IMPROMPTU*
Στο αρμονικό καρδιογράφημα ενός πενταγράμμου
Οι κύκνοι συνεχίζουν τις ανιαρές χορογραφίες
Τα κρύσταλλα της βιτρίνας ανταγωνίζονται το ναρκισσισμό των περαστικών
Ώσπου, τα χνώτα ενός ζητιάνου αποκαλύπτουν το χρησμό στο τζάμι
- Όταν η μουσική συμβαίνει, ο Θεός περισσεύει.Ένα πλήκτρο αρκεί-
Ξαφνικά, η ορχιδέα της σοφίτας ψέλνει μ’όλη της τη δύναμη λαϊκοτράγουδα
Η κρούστα της πολιτείας ραγίζει από τα χοροπηδητά των αγγέλων
Στο πάρκο, ένα κορίτσι γδύνεται προκαλώντας την ορμή του ευκάλυπτου
Μια νότα ήταν αρκετή
Για την ονείρωξη του αηδονιού
*Απ' την υπό έκδοση συλλογή του απ' τις εκδόσεις Γαβριηλίδης
Ηλίας Σεφερλής:
Τα κοράκια ποτέ δεν γένναγαν αυγά
Μονάχα άσπλαχνους γυμνούς θανάτους
Εκολάπτοντας αίμα σε σφαγεία να ποτίσουν τα μικρά
Τα κοράκια πάντα μαύρα ήταν
Με θυγατρικά ράμφη , μεταχειρισμένων στιγμών
Απο εφήβους με πρώωρα βρέφη στα σκέλια
Να θυμούνται τρείς θανάτους
Το ρολόι δείχνει τέσσερις μα η καμπάνα ακόμα κοιμάται.
Υγ: αυτή η ανάρτηση ως ένα μικρό ευχαριστώ που ήρθατε και οι έξι το Σάββατο.
Tuesday, October 19, 2010
Τριστάν Κορμπιέρ - Αγρύπνια
Αγρύπνια, ζώο αψηλάφητο!
Δεν νιώθεις απ' αγάπη,
Για νά 'ρθεις να λιγοθυμήσεις σαν θα δεις
Κάτω απ' το κακό σου μάτι, τον άνθρωπο να
δαγκώνει
Τα σεντόνια και μες στη πλήξη να
στριφογυρνά...
Κάτω απ' το κατάμαυρο διαμάντι του ματιού
σου.
Λέγε! Γιατί ενώ περνά κατάλευκη η νύχτα
Ίδια. Κυριακή που βρέχει
Έρχεσαι να μας γλείφεις σα σκυλί;
Ελπίδα ή Πόνος π' αγρυπνά
Στ' αφτί; που γι' άκουσμα τεντώνεται,
Σιγά να μιλά σιγά... και τίποτα να μη μας λέει;
Γιατί στο στεγνό μας λαιμό,
Να γέρνει πάντα η άδεια σου κούπα
Και την τραχηλιά μας προτεταμένη να αφήνεις;
Σε μας τους διψασμένους Τάνταλους για
χίμαιρα: -Φίλτρο ερωτικό η μούργα πικρή
Σταγόνα δροσιάς ή λιωμένο μολύβι.
Αγρύπνια, είσαι ωραία λοιπόν;...
Ε, γιατί ακόλαστη κόρη
Στα γόνατά σου να μας σφίγγεις;
Γιατί στο στόμα μας ν' αγκομαχάς:
Γιατί τον ύπνο μας χαλάς;
Κοιμήσου αν θες μαζί μας...
Γιατί, ωραία έκλυτη της νύχτας
Φοράς στο πρόσωπο τη μαύρη μάσκα;...
-Για να ταράζεις όνειρα χρυσά;...
Δεν είναι η αγάπη μες στο σύμπαν;
Αναπνοή της αποκαμωμένης Μεσσαλίνας
Μα όχι ακόμα χορτασμένης!
Αγρύπνια, είσαι η Υστερία...
Είσαι η λατέρνα
Που αλέθει τα Ωσαννά των Εκλεκτών Του;...
-Ή δεν είσαι το αιώνιο πλήκτρο
Πάνω στα νεύρα γραφιάδων κολασμένων
Που γρατζουνά τους στίχους τους -μον' από
κείνους διαβασμένους;
Αγρύπνια, είσαι το θλιμμένο γαϊδουράκι
Του Μπούρινταν η φάλαινα
Της κόλασης; -Το φιλί σου φωτιά
Μια γεύση αφήνει ψυχρή κόκκινου σίδερου...
Ω! έλα και μπες στην κάμαρή μου τη φτωχή...
Μαζί θα κοιμηθούμε δω για λίγο.
Μτφ: Γιώργος Κ. Καραβασίλης
απ' το βιβλίο: "Οι καταραμένοι ποιητές-Πολ Βερλέν, εκδ. Αιγόκερως"
Δεν νιώθεις απ' αγάπη,
Για νά 'ρθεις να λιγοθυμήσεις σαν θα δεις
Κάτω απ' το κακό σου μάτι, τον άνθρωπο να
δαγκώνει
Τα σεντόνια και μες στη πλήξη να
στριφογυρνά...
Κάτω απ' το κατάμαυρο διαμάντι του ματιού
σου.
Λέγε! Γιατί ενώ περνά κατάλευκη η νύχτα
Ίδια. Κυριακή που βρέχει
Έρχεσαι να μας γλείφεις σα σκυλί;
Ελπίδα ή Πόνος π' αγρυπνά
Στ' αφτί; που γι' άκουσμα τεντώνεται,
Σιγά να μιλά σιγά... και τίποτα να μη μας λέει;
Γιατί στο στεγνό μας λαιμό,
Να γέρνει πάντα η άδεια σου κούπα
Και την τραχηλιά μας προτεταμένη να αφήνεις;
Σε μας τους διψασμένους Τάνταλους για
χίμαιρα: -Φίλτρο ερωτικό η μούργα πικρή
Σταγόνα δροσιάς ή λιωμένο μολύβι.
Αγρύπνια, είσαι ωραία λοιπόν;...
Ε, γιατί ακόλαστη κόρη
Στα γόνατά σου να μας σφίγγεις;
Γιατί στο στόμα μας ν' αγκομαχάς:
Γιατί τον ύπνο μας χαλάς;
Κοιμήσου αν θες μαζί μας...
Γιατί, ωραία έκλυτη της νύχτας
Φοράς στο πρόσωπο τη μαύρη μάσκα;...
-Για να ταράζεις όνειρα χρυσά;...
Δεν είναι η αγάπη μες στο σύμπαν;
Αναπνοή της αποκαμωμένης Μεσσαλίνας
Μα όχι ακόμα χορτασμένης!
Αγρύπνια, είσαι η Υστερία...
Είσαι η λατέρνα
Που αλέθει τα Ωσαννά των Εκλεκτών Του;...
-Ή δεν είσαι το αιώνιο πλήκτρο
Πάνω στα νεύρα γραφιάδων κολασμένων
Που γρατζουνά τους στίχους τους -μον' από
κείνους διαβασμένους;
Αγρύπνια, είσαι το θλιμμένο γαϊδουράκι
Του Μπούρινταν η φάλαινα
Της κόλασης; -Το φιλί σου φωτιά
Μια γεύση αφήνει ψυχρή κόκκινου σίδερου...
Ω! έλα και μπες στην κάμαρή μου τη φτωχή...
Μαζί θα κοιμηθούμε δω για λίγο.
Μτφ: Γιώργος Κ. Καραβασίλης
απ' το βιβλίο: "Οι καταραμένοι ποιητές-Πολ Βερλέν, εκδ. Αιγόκερως"
Monday, October 11, 2010
Μεταπτώσεις
Χαράς ευαγγέλια,
η πόρτα της ψυχής άνοιξε
-φτερό στον άνεμο-
οι φυγές μας πλάστηκαν με μέλι
κάλυψαν το μέτωπό μας με φως
σανίδα σωτηρίας πουθενά
μόνο το σώμα ξέρει να διώκει τη θλίψη
και η σκέψη να φέρνει την ευτυχία
μα εμείς ακροβατώντας
πιάνουμε ηλιαχτίδες
κι ενώνουμε στιγμές
ανθρώπινες.
η πόρτα της ψυχής άνοιξε
-φτερό στον άνεμο-
οι φυγές μας πλάστηκαν με μέλι
κάλυψαν το μέτωπό μας με φως
σανίδα σωτηρίας πουθενά
μόνο το σώμα ξέρει να διώκει τη θλίψη
και η σκέψη να φέρνει την ευτυχία
μα εμείς ακροβατώντας
πιάνουμε ηλιαχτίδες
κι ενώνουμε στιγμές
ανθρώπινες.
19.6.09
Tuesday, October 5, 2010
Δρομολόγιο
Χρυσά τα αβάπτιστα μάτια σου
απρόσμενα γεμίζουν μπλε και πράσινο
ζωντανεύουν το χάρτη μου
οξύνουν τη ζωή μου
κι άφρενα κυλάω
βρίσκοντάς σε
στα πιο κρυφά πελάγη.
απρόσμενα γεμίζουν μπλε και πράσινο
ζωντανεύουν το χάρτη μου
οξύνουν τη ζωή μου
κι άφρενα κυλάω
βρίσκοντάς σε
στα πιο κρυφά πελάγη.
15.6.09
Sunday, September 26, 2010
Φρίντριχ Χαίλντερλιν: απ' τους ΘΡΗΝΟΥΣ ΤΟΥ ΜΕΝΩΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΟΤΙΜΑ
5
Θα '΄θελα να γιορτάσω, αλλά τι; Να τραγουδήσω με τους άλλους,
Όμως στην τόση μοναξιά μου λείπει καθετί το θεϊκό.
Αυτή, αυτή είναι η αναπηρία μου, το ξέρω, μια κατάρα
Μου παραλύει τους τένοντες και με καταβάλλει ό,τι κι αν αρχίσω,
Και κάθομαι έτσι αναίσθητος όλη τη μέρα και βουβός σαν νήπιο,
Και μόνο από τα μάτια μου συχνά κυλούν ψυχρά τα δάκρυα,
Και τα φυτά του αγρού και το τραγούδι των πουλιών με καταθλίβουν,
Γιατί κι αυτά είναι αγγελιοφόροι του ουρανού, φέρνουν χαρά
Αλλά για μένα, στο ταραγμένο στήθος μου, ο ήλιος που εμψυχώνει
Ανατέλλει στείρος και ψυχρός σαν τις ακτίνες της νυκτός,
Αχ! και μάταιος και άδειος, σαν τοίχος φυλακής, ο ουρανός
Κρέμεται πάνω απ' το κεφάλι μου βαρύς και με λυγίζει!
8
Μόνην εσένα συντηρεί το φως σου, ω ηρωίδα, μέσα στο φως,
Κι η υπομονή σου σε κρατάει στοργική, ω αγαθή,
Και βέβαια δεν είσαι μόνη, υπάρχουνε συμπαίκτες αρκετοί,
Εκεί όπου ανθίζεις και αναπαύεσαι ανάμεσα στα ρόδα του έτους,
Και ο Πατέρας, αυτός ο ίδιος, με τις Μούσες που αναπνέουν απαλά,
Σου στέλνει τρυφερό νανούρισμα.
Ναι! Είναι αυτή η ίδια! ακόμη αιωρείται ενώπιόν μου ολόσωμη,
Με βήμα σιωπηλό, όπως και άλλοτε, η Αθηναία.
Και όπως, ω πνεύμα φιλικό, απ' του μετώπου σου την εύθυμη περίσκεψη
Σίγουρη και ευεργετική η ακτίνα σου κατέρχεται μεταξύ των θνητών,
Έτσι εσύ μου μαρτυρείς και μου το βεβαιώνεις, ώστε κι εγώ
Σε άλλους να το μεταδώσω, γιατί είναι κι άλλοι που δεν το πιστεύουν,
Ότι η χαρά είναι πιο άφθαρτη απ' τους θυμούς κι απ' τις φροντίδες
Και ότι καθημερινά στο τέλος μια χρυσή ημέρα απομένει.
μτφρ: Στέλλα Γ. Νικολούδη
απ' το βιβλίο ΕΛΕΓΕΙΕΣ, ΥΜΝΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ ΑΓΡΑ
Θα '΄θελα να γιορτάσω, αλλά τι; Να τραγουδήσω με τους άλλους,
Όμως στην τόση μοναξιά μου λείπει καθετί το θεϊκό.
Αυτή, αυτή είναι η αναπηρία μου, το ξέρω, μια κατάρα
Μου παραλύει τους τένοντες και με καταβάλλει ό,τι κι αν αρχίσω,
Και κάθομαι έτσι αναίσθητος όλη τη μέρα και βουβός σαν νήπιο,
Και μόνο από τα μάτια μου συχνά κυλούν ψυχρά τα δάκρυα,
Και τα φυτά του αγρού και το τραγούδι των πουλιών με καταθλίβουν,
Γιατί κι αυτά είναι αγγελιοφόροι του ουρανού, φέρνουν χαρά
Αλλά για μένα, στο ταραγμένο στήθος μου, ο ήλιος που εμψυχώνει
Ανατέλλει στείρος και ψυχρός σαν τις ακτίνες της νυκτός,
Αχ! και μάταιος και άδειος, σαν τοίχος φυλακής, ο ουρανός
Κρέμεται πάνω απ' το κεφάλι μου βαρύς και με λυγίζει!
8
Μόνην εσένα συντηρεί το φως σου, ω ηρωίδα, μέσα στο φως,
Κι η υπομονή σου σε κρατάει στοργική, ω αγαθή,
Και βέβαια δεν είσαι μόνη, υπάρχουνε συμπαίκτες αρκετοί,
Εκεί όπου ανθίζεις και αναπαύεσαι ανάμεσα στα ρόδα του έτους,
Και ο Πατέρας, αυτός ο ίδιος, με τις Μούσες που αναπνέουν απαλά,
Σου στέλνει τρυφερό νανούρισμα.
Ναι! Είναι αυτή η ίδια! ακόμη αιωρείται ενώπιόν μου ολόσωμη,
Με βήμα σιωπηλό, όπως και άλλοτε, η Αθηναία.
Και όπως, ω πνεύμα φιλικό, απ' του μετώπου σου την εύθυμη περίσκεψη
Σίγουρη και ευεργετική η ακτίνα σου κατέρχεται μεταξύ των θνητών,
Έτσι εσύ μου μαρτυρείς και μου το βεβαιώνεις, ώστε κι εγώ
Σε άλλους να το μεταδώσω, γιατί είναι κι άλλοι που δεν το πιστεύουν,
Ότι η χαρά είναι πιο άφθαρτη απ' τους θυμούς κι απ' τις φροντίδες
Και ότι καθημερινά στο τέλος μια χρυσή ημέρα απομένει.
μτφρ: Στέλλα Γ. Νικολούδη
απ' το βιβλίο ΕΛΕΓΕΙΕΣ, ΥΜΝΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδ ΑΓΡΑ
Monday, September 20, 2010
Ανασύνταξη
Απόλαυσα τόσες αδυναμίες
άδειασα στα πιο μικρά συρτάρια
ολόκληρα φεγγάρια
αφόρισα αγίους και γραφές
ματωμένες
μέχρι να συναντηθούμε,
και να γίνει η ανάσταση λέξη.
άδειασα στα πιο μικρά συρτάρια
ολόκληρα φεγγάρια
αφόρισα αγίους και γραφές
ματωμένες
μέχρι να συναντηθούμε,
και να γίνει η ανάσταση λέξη.
14.6.09
Friday, September 10, 2010
Rene Char-Ερωτική επιστολή
...Το εγκώμιό μου στεφανώνει τις μπούκλες του προσώπου σου σα γεράκι με μυτερό ράμφος
Φθινόπωρο! Το πάρκο μετρά τα γυμνά του δέντρα. Το ένα από παράδοση κοκκινωπό,
το άλλο, φράζοντας το μονοπάτι, μια μάζα αγκάθια.
Έφτασε ο κοκκινολαίμης, ο χαριτωμένος μουσικάντης των εξοχών.
Ψιχάλες το τραγούδι του κατακλύζουν το τζάμι του παραθύρου. Στη χλόη της πελούζας ριγούνε
μαγικές δολοφονίες εντόμων. Μην ακούς, αφουγκράσου.
Φορές-φορές φαντάζομαι πως θάταν όμορφο να πνιγεί κανείς σε μια λίμνη,
που καμία βάρκα δε θα ριψοκινδύνευε να διασχίσει.
Μετά ν' ανααστηθεί στο ρεύμα ενός πραγματικού χειμάρρου
που μέσα του θα κόχλαζαν τα χρώματά σου.
Πρέπει να σπάσει κάθε τι που ζώνει αυτή την πόλη κρατώντας σε έγκλειστη.
Άνεμος, άνεμος, άνεμος τριγύρω στους κορμούς και πάνω στα καλάμια...
Ο αέρας που αισθάνομαι ότι από ώρα σε ώρα θα λείψει από τα περισσότερα πλάσματα,
σαν σε διαπεράσει έχει δαψίλεια και σπινθηροβόλες ηδονές...
Είσαι ηδονή. Είσαι το κάθε κύμα της που ακολουθεί. Στο τέλος, όλα σβήνουν.
Είναι η θάλασσα που λιώνει, που πλάθεται. Είσαι ηδονή, κοράλλι των σπασμών.
Ποιός δεν έχει ονειρευτεί, αλητεύοντας στις λεωφόρους των πόλεων, έναν κόσμο
που αντί ν' αρχίζει από το λόγο, αρχίζει απ' την επιθυμία;
Τα λόγια μας αργούν να μας προφτάσουν, έχουν χυμό αρκετό
για να περάσουν ένα ολόκληρο χειμώνα, λες και σε κάθε άκρη της σιωπηλής απόστασης,
απ' όπου θα μπορούσαν να ορμήσουν, τους απαγορεύεται να ξεσπάσουν και να ενωθούν.
Η φωνή μας τρέχει απ' τον έναν στον άλλο, αλλά κάθε λεωφόρος,
κάθε αμπέλι, κάθε δάσος, την τραβά κοντά του, την συγκρατεί, την ανακρίνει.
Όλα είναι πρόφαση για να καθυστερήσει.
Συχνά δε μιλώ παρά μόνο για σένα, η γη με λησμόνησε.
μτφρ: Ράνια Γεωργοπούλου, Γιώργος Κόκκινος
απ' το περιοδικό περίπλους, τχ 32, σελ 265
Φθινόπωρο! Το πάρκο μετρά τα γυμνά του δέντρα. Το ένα από παράδοση κοκκινωπό,
το άλλο, φράζοντας το μονοπάτι, μια μάζα αγκάθια.
Έφτασε ο κοκκινολαίμης, ο χαριτωμένος μουσικάντης των εξοχών.
Ψιχάλες το τραγούδι του κατακλύζουν το τζάμι του παραθύρου. Στη χλόη της πελούζας ριγούνε
μαγικές δολοφονίες εντόμων. Μην ακούς, αφουγκράσου.
Φορές-φορές φαντάζομαι πως θάταν όμορφο να πνιγεί κανείς σε μια λίμνη,
που καμία βάρκα δε θα ριψοκινδύνευε να διασχίσει.
Μετά ν' ανααστηθεί στο ρεύμα ενός πραγματικού χειμάρρου
που μέσα του θα κόχλαζαν τα χρώματά σου.
Πρέπει να σπάσει κάθε τι που ζώνει αυτή την πόλη κρατώντας σε έγκλειστη.
Άνεμος, άνεμος, άνεμος τριγύρω στους κορμούς και πάνω στα καλάμια...
Ο αέρας που αισθάνομαι ότι από ώρα σε ώρα θα λείψει από τα περισσότερα πλάσματα,
σαν σε διαπεράσει έχει δαψίλεια και σπινθηροβόλες ηδονές...
Είσαι ηδονή. Είσαι το κάθε κύμα της που ακολουθεί. Στο τέλος, όλα σβήνουν.
Είναι η θάλασσα που λιώνει, που πλάθεται. Είσαι ηδονή, κοράλλι των σπασμών.
Ποιός δεν έχει ονειρευτεί, αλητεύοντας στις λεωφόρους των πόλεων, έναν κόσμο
που αντί ν' αρχίζει από το λόγο, αρχίζει απ' την επιθυμία;
Τα λόγια μας αργούν να μας προφτάσουν, έχουν χυμό αρκετό
για να περάσουν ένα ολόκληρο χειμώνα, λες και σε κάθε άκρη της σιωπηλής απόστασης,
απ' όπου θα μπορούσαν να ορμήσουν, τους απαγορεύεται να ξεσπάσουν και να ενωθούν.
Η φωνή μας τρέχει απ' τον έναν στον άλλο, αλλά κάθε λεωφόρος,
κάθε αμπέλι, κάθε δάσος, την τραβά κοντά του, την συγκρατεί, την ανακρίνει.
Όλα είναι πρόφαση για να καθυστερήσει.
Συχνά δε μιλώ παρά μόνο για σένα, η γη με λησμόνησε.
μτφρ: Ράνια Γεωργοπούλου, Γιώργος Κόκκινος
απ' το περιοδικό περίπλους, τχ 32, σελ 265
Thursday, September 2, 2010
Κάλεσμα
Η καρδιά μου σε ξέρει
η πνοή μου σε φέρνει πιο κοντά
και τ' όνειρο που αναπαύτηκε σαν σκόνη
δεν ξέχασε τ' όνομά σου,
το φωνάζει με το φεγγάρι,
με γνώμονα τα μάτια σου.
η πνοή μου σε φέρνει πιο κοντά
και τ' όνειρο που αναπαύτηκε σαν σκόνη
δεν ξέχασε τ' όνομά σου,
το φωνάζει με το φεγγάρι,
με γνώμονα τα μάτια σου.
14.6.09
Tuesday, August 31, 2010
Ενθεογένεση
Ο πιο ερωτικός μήνας του χρόνου για την Ε83 ήταν ο Μάης. Ήταν τότε που ξεχώριζε ο ήλιος απ' τα σύννεφα και μαζί του η διαχυτικότητά της που διατηρούσε στο ψυγείο το χειμώνα. Την πρωτομαγιά την εκμεταλλευόταν πάντα για μια εκδρομή. Φέτος είπε στον Κ35 να επισκεφτούν τη Λέσβο. Το αεροπλάνο ήταν το αγαπημένο της μεταφορικό μέσο. Εγκαταστάθηκαν σ' ένα μικρό δωμάτιο στην Αγιάσο και το απόγευμα πήγαν περίπατο για μανιτάρια.
Τώρα τελευταία σκέφτομαι συνέχεια πως να τελειώσω το βιβλίο μου, εξομολογήθηκε
ο Κ35. Δεν ήξερα ότι τελειώνεις, τι σε προβληματίζει; Απάντησε η Ε83. Είναι που η ηρωίδα μου δεν έχει αποφασίσει αν πρέπει να δώσει τέλος στο γάμο της ή να δώσει τέλος στη ζωή της.
Συνέχισε ο Κ35. Το καλύτερο θά' ταν να δώσει τέλος και στα δύο, αρκεί να μη φανεί
προτεραιότητα ο γάμος. Απάντησε κάπως κυνικά η Ε83. Είχε αποσπάσει την πρόσοχη της ένας
αγρός που είχαν φυτρώσει πολλά ψηλά μανιτάρια και αναρωτιόταν αν έπρεπε να τα δοκιμάσει.
Ήξερε ότι δεν ήταν τα δηλητηριώδη. Τι λες να δοκιμάσουμε ένα από αυτά; Ρώτησε το φίλο της.
Νομίζω ότι είναι ασφαλή σ' αυτή την περιοχή, της είπε κοιτάζοντάς τα για ώρα.
Αφού καθάρισε μερικά έδωσε στον Κ35 κι εκείνος δοκίμασε πρώτος. Σε λίγη ώρα είχαν
φάει και οι δυο τους αρκετά. Ας ξαπλώσουμε εδώ λίγο, έχει ιδανικό ίσκιο. Πρότεινε ο Κ35. Όντως
ο ήλιος, αν και ήταν νωρίς το απόγευμα, τους κοίταγε λοξά και τα δέντρα ήταν αρκετά πυκνά για να
τον κρύψουν. Την πήρε στην αγκαλιά του κι άρχιζε να της εξομολογείται χωρίς λογικό ειρμό. Θέλω
να ξεχάσω μαζί σου ό, τι πέρασα στο γάμο μου, να γράψω βιβλία πάνω στο κορμί σου να
αποθεώσω την ομορφιά σου. Εκείνη ένιωθε μια ζαλάδα και ανίκανη να προβάλει αντίσταση άρχισε
να του φιλάει το λαιμό. Ήταν σίγουρα η κατάλληλη στιγμή να εκτονώσει την ερωτική της επιθυμία;
Δεν την ένοιαζε. Ήθελε μόνο να του δοθεί πρώτη φορά σ' εκείνον τον αγρό. Η ώρα πέρασε και ο
έρωτάς τους την είχε απογειώσει. Μαζί σου δεν είμαι εγώ, κάποια Θεά καταλαμβάνει το σώμα
μου.. Ναι και μου κλέβει όλη μου τη λογική. Την διέκοψε εκείνος. Ο έρωτάς τους κράτησε αρκετή
ώρα μέχρι να τους προσφέρει την ολοκληρωτική σκιά του το βουνό που βρισκόταν στα δυτικά.
Το βράδυ γύρισαν σπίτι και μετά το δείπνο ξάπλωσαν κουρασμένοι λες κι έκαναν έρωτα για
μια ζωή. Ξύπνησαν και δε μίλησαν. Η Ε83 παρήγγειλε το πρωινό αλλά η όρεξή της ήταν
αποκλειστικά στραμμένη στο φαγητό. Μετάνιωσες γι' αυτό που έγινε χθες; Τη ρώτησε ο Κ35. Ναι
αλλά καλό θα ήταν να το επαναλαμβάναμε. Του απάντησε. Ξαναεπισκέφτηκαν το απόγευμα τον
αγρό και την επόμενη μέρα έφυγαν για την Αθήνα. Ελπίζω η ηρωίδα σου να βρει τη λύση στο
δίλημμά της, του είπε πριν αποχωριστούν. Ευχαριστώ, αν και δεν νομίζω ότι θέλει να τη βρει.
Απάντησε εκείνος και κοιτώντας την της είπε να του φιλήσει τα παιδιά της. Εκείνη τον χαιρέτησε
απότομα και γύρισε διστακτικά την πλάτη της. Δεν ξαναμίλησαν μέχρι τον επόμενο Μάη.
Τώρα τελευταία σκέφτομαι συνέχεια πως να τελειώσω το βιβλίο μου, εξομολογήθηκε
ο Κ35. Δεν ήξερα ότι τελειώνεις, τι σε προβληματίζει; Απάντησε η Ε83. Είναι που η ηρωίδα μου δεν έχει αποφασίσει αν πρέπει να δώσει τέλος στο γάμο της ή να δώσει τέλος στη ζωή της.
Συνέχισε ο Κ35. Το καλύτερο θά' ταν να δώσει τέλος και στα δύο, αρκεί να μη φανεί
προτεραιότητα ο γάμος. Απάντησε κάπως κυνικά η Ε83. Είχε αποσπάσει την πρόσοχη της ένας
αγρός που είχαν φυτρώσει πολλά ψηλά μανιτάρια και αναρωτιόταν αν έπρεπε να τα δοκιμάσει.
Ήξερε ότι δεν ήταν τα δηλητηριώδη. Τι λες να δοκιμάσουμε ένα από αυτά; Ρώτησε το φίλο της.
Νομίζω ότι είναι ασφαλή σ' αυτή την περιοχή, της είπε κοιτάζοντάς τα για ώρα.
Αφού καθάρισε μερικά έδωσε στον Κ35 κι εκείνος δοκίμασε πρώτος. Σε λίγη ώρα είχαν
φάει και οι δυο τους αρκετά. Ας ξαπλώσουμε εδώ λίγο, έχει ιδανικό ίσκιο. Πρότεινε ο Κ35. Όντως
ο ήλιος, αν και ήταν νωρίς το απόγευμα, τους κοίταγε λοξά και τα δέντρα ήταν αρκετά πυκνά για να
τον κρύψουν. Την πήρε στην αγκαλιά του κι άρχιζε να της εξομολογείται χωρίς λογικό ειρμό. Θέλω
να ξεχάσω μαζί σου ό, τι πέρασα στο γάμο μου, να γράψω βιβλία πάνω στο κορμί σου να
αποθεώσω την ομορφιά σου. Εκείνη ένιωθε μια ζαλάδα και ανίκανη να προβάλει αντίσταση άρχισε
να του φιλάει το λαιμό. Ήταν σίγουρα η κατάλληλη στιγμή να εκτονώσει την ερωτική της επιθυμία;
Δεν την ένοιαζε. Ήθελε μόνο να του δοθεί πρώτη φορά σ' εκείνον τον αγρό. Η ώρα πέρασε και ο
έρωτάς τους την είχε απογειώσει. Μαζί σου δεν είμαι εγώ, κάποια Θεά καταλαμβάνει το σώμα
μου.. Ναι και μου κλέβει όλη μου τη λογική. Την διέκοψε εκείνος. Ο έρωτάς τους κράτησε αρκετή
ώρα μέχρι να τους προσφέρει την ολοκληρωτική σκιά του το βουνό που βρισκόταν στα δυτικά.
Το βράδυ γύρισαν σπίτι και μετά το δείπνο ξάπλωσαν κουρασμένοι λες κι έκαναν έρωτα για
μια ζωή. Ξύπνησαν και δε μίλησαν. Η Ε83 παρήγγειλε το πρωινό αλλά η όρεξή της ήταν
αποκλειστικά στραμμένη στο φαγητό. Μετάνιωσες γι' αυτό που έγινε χθες; Τη ρώτησε ο Κ35. Ναι
αλλά καλό θα ήταν να το επαναλαμβάναμε. Του απάντησε. Ξαναεπισκέφτηκαν το απόγευμα τον
αγρό και την επόμενη μέρα έφυγαν για την Αθήνα. Ελπίζω η ηρωίδα σου να βρει τη λύση στο
δίλημμά της, του είπε πριν αποχωριστούν. Ευχαριστώ, αν και δεν νομίζω ότι θέλει να τη βρει.
Απάντησε εκείνος και κοιτώντας την της είπε να του φιλήσει τα παιδιά της. Εκείνη τον χαιρέτησε
απότομα και γύρισε διστακτικά την πλάτη της. Δεν ξαναμίλησαν μέχρι τον επόμενο Μάη.
Μάιος '09
Tuesday, August 24, 2010
Ελευθερία
Βρήκαμε το είδωλό μας
κρυμμένο σε σκόνες
ζηλευτά αναπαυμένες,
χρεώσαμε στη λήθη
την ελαφρότητά μας.
Αν καταλαβαίναμε πως έγινε η μετάλλαξη
θα κλαίγαμε;
Ή θα δίναμε και στο δάκρυ το συνώνυμο
ανώφελο;
Αφήνιασε το όνειρο
σπάζοντας το πλακόστρωτο.
κρυμμένο σε σκόνες
ζηλευτά αναπαυμένες,
χρεώσαμε στη λήθη
την ελαφρότητά μας.
Αν καταλαβαίναμε πως έγινε η μετάλλαξη
θα κλαίγαμε;
Ή θα δίναμε και στο δάκρυ το συνώνυμο
ανώφελο;
Αφήνιασε το όνειρο
σπάζοντας το πλακόστρωτο.
14.6.09
Subscribe to:
Posts (Atom)
