Wednesday, September 23, 2009

Σχήμα (Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης)

Συ που 'χεις φτερά
και η αδυναμία τα κατάλυσε
τα έκανε και σπάσανε
τώρα υπόμενε την πίκρα
δεχόμενος τα σβησμένα όνειρα
κατάλαβε πως από την αδυναμία σου
δημιούργησες την παρεξήγηση.
Συ που ονειρεύτηκες νάσαι
καθρέφτης καθαρός
της φωτεινής χάρης του ήλιου
νάναι μια στάλα που τον ήλιο αντανακλά
και απ' αυτόν μετά λειώνει και σβήνει
Μάη και Γιούνη το φεγγάρι τ' ολόγιομο
δυο μήνες περάσαν δίχως να το χαρείς.
Μπόρεσε τουλάχιστο καλύτερος να γίνεις
νικώντας τον πόνο που σε τρώει
σαράκι καθημερινό
που σε μακραίνει απ' ό,τι είσαι.

(Ιούλιος 1930)
Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988)

Friday, September 18, 2009

Θαλάσσια επίκκληση

Για ποιό λόγο ξυπνάς,
όταν έχεις ματώσει τη θάλασσα
και κυβερνάς ένα διάτρητο καράβι;

Σύννεφα τρεμοπαίζουν στο μπαλκόνι
κι εγώ κλεισμένος στο αμπάρι
να ψάχνω το δρόμο για το μοναδικό,
σίγουρο σπίτι της νιότης.

Μα η πυξίδα ναυάγησε
και -ευτυχώς- τα νερά βαθαίναν
όσο φοβόμουν να βουτήξω.
Μάρτιος 09

Thursday, September 10, 2009

Σχίσμα ζωής

Πόροι πάθους άνοιξαν

να υποδεχτούν βροχές

-άστατες μα δυνατές-

εισέβαλαν από κάθε αμυχή

άδραξαν τη μέσα φωνή

κι εκείνη ορμητική

ξεχύθηκε στη γη

σείωντας μόνο

μια μικρή

μικρή

σχισμή.

10.4.09

Monday, September 7, 2009

Σου γράφω από ένα τόπο μακρινό. (Ανρί Μισώ, 1899-1984)

Εδώ έχουμε, γράφει, έναν ήλιο μόνο κάθε μήνα, και για λίγο. Τρίβουμε τα μάτια μας μέρες πρωτύτερα. Μάταια όμως. Καιρός αδυσώπυτος. Ο ήλιος δεν έρχεται παρά στην ώρα του.

Έπειτα έχουμε ένα σωρό πράγματα να κάνουμε, όσο βαστάει το φως, έτσι που μόλις προφταίνουμε να κοιταχτούμε λίγο.

Εκείνο που είναι δύσκολο για μας τη νύχτα, είναι όταν πρέπει να δουλέψεις, και πρέπει: γεννιούνται ακατάπαυστοι νάνοι.

Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης

Friday, August 28, 2009

Sapphire - Broken

Κομμάτια

Νομίζω μέσα μου έχουν όλα σπάσει. Η κόκκινη στιλπνή κεραμική
καρδιά κομμάτια πια στο πάτωμα, το φως της, που ηλέκτριζε πιο πριν,
τώρα πια λάμπει σταθερά στο σκοτάδι. Απ' το παράθυρο κοιτώ τις
ψυχές του πατέρα και της μάνας μου μες σ' ένα μαύρο σάλι να
γλιστρούν στον ποταμό, σ' αλλόκοτα νερά, με βάρκες παράξενες.
Χωρίς καρδιές, δίχως συκώτι, με πόδια δίχως πέλματα, πνεύματα πια.
Εγώ είμαι εδώ, στο τώρα, στιλπνή, σπασμένη και φλεγόμενη, γεμάτη
τρύπες. Να σφύζω επιτέλους, φως, ζωή, φωτιά. Κομμάτια πια.


translated by Kostas Koutsourelis
πηγη: lyrikline.org

Saturday, August 22, 2009

(άτιτλο)

Ένας βράχος γλύφει τη θάλασσα
επουλώνει αιώνια τις πληγές του
και διακόπτει τη ροή του χάους
με μια ανθρωπιά όλο μοναξιά.

Thursday, August 6, 2009

Ενθυμούμενος

Εφήμερες ενορχηστρώσεις της φαεινής μου θλίψης
ποτισμένες σιδερόφραχτες αναμνήσεις
επίμονες διαστρεβλώσεις μιας ψυχής αγύρτισσας
προσποιητά αφήνεται να βρει
δυο πιθαμές γλυκό νερό.

Να βυθίσει την θύμηση
και να αναδυθεί η μονή του
χρυσοπελέκητη και διάφανη
εμβριθής από δάκρυα δακρύων.
Απρίλιος '09

Wednesday, July 29, 2009

Το γέννημα της μέρας

Ας είχες στα χέρια σου ματωμένα δίχτυα,
-πάντα μπέρδευες τις ψαριές με τις καρδιές-
κι ας έβαζες στη χρυσή κοίτη της θάλασσας νάρκες,
πάλι περπάταγα στο βυθό σου
κι αφρόντιστα έστρωνα κοχύλια στο σχήμα του κορμιού σου.

Στην παραλία της μονής σου ξεσήκωνα τη μοναξιά
-κι αυτή γι' αντάλλαγμα με αγάπησε αυστηρά-
κι ο ουρανός μας κοίταζε με τόσα μάτια.

Μα ένα αστέρι έσφαξε τη νύχτα.
Μάρτιος '09

Sunday, July 26, 2009

Ο αρουραίος του ερωτηματικού

Σύμπνοια κυμάτων μας έφερε στον πάτο
αναδύοντας μέρες θύελλας στα βράχια τσακισμένες
επιμένοντας στην αποκρυπογράφηση ενύπνιας λογικής
χαραγμένης με όνειρο σε μάτια μισοπνιγμένα
αγκιστρωμένης σε δολώματα εφήμερα, μανιασμένης θλίψης.
Αδιαχώρητα ναυάγια μελοποιούν την οργή μου
επισύρουν την κολάση στην ακτή μιας παιδικής μας βουτιάς
χαμένης σε οράματα ανέφικτης νηνεμίας
χαράς επικυρηγμένης σε δόσεις αφαίμαξης
παγιδευμένης σε φλέβες που κήρυξαν την απεργία
ιδρώτας γραμμένος σε χαρτιά παγωμένα
στοιβαγμένα σε ράφια αλμυρής συνείδησης
σκισμένος ο τοίχος απ' το βλέμμα μας
την ώρα της καθιέρωσης της πέτρινης αναπνοής.


υγ: γραμμένο με την Αφροδίτη Λ..

Monday, July 20, 2009

Μετεωρίζοντες

Μεταξύ δύο άκαπνων στιγμών
εμμείναμε, με αφορισμένα χέρια,
ενδίδοντας σε όμηρα χαμόγελα
-εύκολα τέτοια προσδοκία τα γεννάει-
μα χωρίς τα μάτια να προσφέρουν
τις επίμονες συνάψεις του τότε.

Έστεψα τις δυνημένες σου στιγμές
στέρεψα από αφόρητες πνοές
κι αφημένος στη δέση σου
φωνάζω ξέπνοα,

πως να αφήσει πίσω της η άνοιξη το καλοκαίρι;
Φεβρουάριος '09