Ταίρι προαιώνιας μοίρας ενοποίησες τους χρόνους εφόρμησες στα κύματα προξένησες τη λάβα πρασινίζεις κι έρχεσαι στο δάσος της ζωής μου χίμαιρα που δάμασε σεισμούς.
Σε βέλη διάφανα γράφτηκε τ' όνομά σου σε τόπους άμωμα πλάστηκε το κορμί σου σε δειλινά μάταια χαράχτηκε η ανάσα σου πλοίο μεθυσμένο από μπόρες που όρισε τον θεό ναυτικό.
Σε βρήκα ν' ακουμπάς στο τίποτα άντεξα να το αποστάξω στα μάτια μου χωμένος στην πιο γαλανή τρύπα σου ο ουρανός στους ώμους μου ελάφραινε μέχρι να γεμίσει οράματα και πέταξε η νύχτα.
Χρόνια που σ' έψαχναν άνθρωποι που σού' μοιασαν ποτάμια που στέρεψαν μέχρι που σε γνώρισα γυμνή και κατάλαβα πως δεν είσαι άνθρωπος είσαι αύρα που φτιάχνει ανθρώπους.
Σκαρφαλωμένος στα βράχια ο ουρανός σε κοιτά -πορτοκαλί βλέμμα- πριονίζεις τις στιγμές πια δεν μπορείς να τις μετρήσεις και κάθε πλοίο είναι για σένα ο χρόνος νικήθηκε.
Έως το πρώτο σου κοίταγμα έψαχνα μπόρες αφημένος κάτω από γκρίζα άλογα πυκνές στρατιές αρκούσαν για την δίψα μου μέχρι που έφτασαν στο τέλος της υπομονής τους και κάποια αόρατα χελιδόνια -τα έστειλε το καλοκαίρι σου- έγραψαν στον ουρανό το τόξο των φρυδιών σου.
Στρίψε στο μονοπάτι του χαμού και κύκλωσε το μέρος με επάλξεις αρκεί και η σύνταξη της δέσης με το φθαρτό σου είναι σύμπαν μέχρι τον ήλιο φτάσε κι άσε εκείνον να διαλέξει αν πρέπει το σύμπαν να σε δέσει.
Στο δίλημμα θεός ή θάνατος επέλεξε την άρνηση μέχρι θανάτου.
Πνοή πνιγμένη πως μπορείς να μην ξεσπάς αδύναμες ενορμήσεις του εφήμερου εστεμμένες επιταγές της σύμβασης πότε θα ενωθείτε με την ορμή; Nα διασπαστεί μέσα σας το έλεός μου και στο υπόβαθρό του -έλος- να έχετε ένα πνιχτό τέλος.