Monday, March 4, 2013

Éluard: 4 ποιήματα


ΝΥΧΤΕΣ ΜΟΙΡΑΣΜΕΝΕΣ

 

Πεισμώνω ν’ αναμείξω φαντασίες με αμφισβητούμενες πραγματικότητες. Σπίτια ακατοίκητα, σας γέμισα με γυναίκες εξαιρετικές, ούτε λιπόσαρκες, ούτε ισχνές, ούτε ξανθιές, ούτε μελαχρινές, ούτε τρελές, ούτε συνετές, λίγο ενδιαφέρει, με γυναίκες πιο σαγηνευτικές από πιθανές, λόγω μιας λεπτομέρειας. Αντικείμενα άχρηστα, ακόμα και η ανοησία που προέβη στην κατασκευή σας για μένα  ήταν μια πηγή σαγηνεύσεων. Υπάρξεις αδιάφορες, συχνά σας άκουσα, όπως ακούμε το θόρυβο των κυμάτων και το θόρυβο των μηχανών ενός πλοίου, περιμένοντας απολαυστικά την ναυτία. Απόκτησα τη συνήθεια των πιο ασυνήθιστων εικόνων. Τις είδα εκεί που δεν υπήρχαν. Τις μηχανοποίησα όπως τα ξυπνήματα και τoυς ύπνους μου. Οι πλατείες, όπως οι σαπουνόφουσκες, υποτάχτηκαν στο φούσκωμα των μάγουλών μου, οι δρόμοι στα πόδια μου το ένα μετά το άλλο και το άλλο με τη σειρά του μετά το ένα, μετά τα δύο και κάνουν το άθροισμα, οι γυναίκες δεν μετατοπίζονταν πια παρά ξαπλωμένες, ο ανοιχτός κορσές τους να αναπαριστάνει τον ήλιο. Ο λόγος, με ψηλά το κεφάλι, με τον κλοιό της αδιαφορίας του, φανός με κεφάλι μυρμηγκιού, ο λόγος, φτωχό ιστίο της τύχης για έναν άνδρα αποτρελαμένο, φτωχό ιστίο της τύχης του καραβιού… να κοιτάς πιο ψηλά.

 

*

 

Για να μου βρω λόγους για να ζήσω, επιχείρησα να καταστρέψω τους λόγους μου να σ’ αγαπώ. Για να μου βρω λόγους να σ’ αγαπώ, έζησα άσχημα.

 

(1932 – Η ΑΜΕΣΗ ΖΩΗ)
 
 
ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΥΨΩΘΕΙ ΕΝΑ ΠΑΛΑΤΙ ΠΟΥ ΕΜΟΙΑΖΕ ΜΕ ΛΙΜΝΟΥΛΑ Σ’ ΕΝΑ ΔΑΣΟΣ, ΓΙΑΤΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΠΑΡΟΥΣΙΕΣ ΡΥΘΜΙΣΜΕΝΕΣ ΑΠ’ ΤΟ ΦΩΣ ΕΙΧΑΝ ΚΑΤΑΦΥΓΕΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ, ΚΑΙ Ο ΔΙΑΦΑΝΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΠΑΥΟΤΑΝ ΣΤΟ ΥΣΤΑΤΟ ΒΑΘΟΣ ΧΡΥΣΩΝ ΚΑΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΩΝ, ΟΠΩΣ ΕΝΑΣ ΣΚΑΡΑΒΑΙΟΣ
 
Μια λόχμη από σύννεφα σε μια ηλιακή πλατεία
Ένα πλοίο φορτωμένο άχυρο σ’ ένα χείμαρρο από χαλαζίες
Μια μικρή σκιά που με ξεπερνά
Μία γυναίκα πιο μικρή κι από μένα
Που βαραίνει τόσο στην ζυγαριά των πυγμαίων
Όσο ένα κρανίο χελιδονιού στον αντίθετο άνεμο
Όσο η πηγή με το κενό βλέμμα στην ανερχόμενη παλίρροια
 
Μια μέρα πιο μακριά ο ορίζοντας ανασταίνει
Και δείχνει στην μέρα που ανατέλλει την μέρα που δεν τελείωνε πια
Το ταβάνι βυθίζεται για ν’ αφήσει το τοπίο να εισβάλει
Απομεινάρια τοίχων όμοια με απαρχαιωμένους χορούς
Το δυσάρεστο τέλος μιας μονομαχίας θανάσιμης όπου γεννιούνται καταφύγια κεριά
Ο ενταφιασμός όπως σκοτώνουμε τον συρφετό
Γέλιο με σπασμούς μια παλέτα που συντίθεται
Το χρώμα καίει τα επίπεδα
Τρέχει από θαμπώματα σε εκτυφλώσεις
Δείχνει στους κυανούς παγετώνες τις πίστες αίματος
Ο άνεμος κραυγάζει ενώ περνώντας κυλάει πάνω στ’ αυτιά
Ο ουρανός που εκρήγνυται παίζει πάνω στον πράσινο ιππόδρομο
Μέσα σ’ ένα θορυβώδη λάκκο εντόμων
Το σκουλήκι της κοιλάδας είναι γεμάτο από μια φωτιά διαυγή και απαλή
Όπως ένα πούπουλο
Ψάξτε τη γη
Ψάξτε τους δρόμους και τα πηγάδια και τις μεγάλες υπόγειες φλέβες
Τα κόκαλα αυτών που δεν είναι όμοιοί μου
Και που κανείς δεν αγαπά πια
Δεν μπορώ να μαντέψω τις ρίζες
Το φως με υποστηρίζει
 
Ψάξτε τη νύχτα
Είναι όμορφα όπως σ’ ένα κρεβάτι
Όλο ζέση η πιο όμορφη απ’ τις αγαπησιάρες
Υποκλίνεται μπροστά στ’ αποκοιμισμένα αγάλματα του εραστή της
Δεν σκέφτεται πια ότι κοιμάται
Η ζωή παίζει τη σκιά τη γη ολόκληρη
Είναι όλο και πιο όμορφα νύχτα και μέρα
Η πιο όμορφη απ’ τις ερωμένες
Προσφέρει τα τεντωμένα χέρια της
Με τα οποία έρχεται από μακριά
Απ’ το πέρας του κόσμου των ονείρων της
Με κλίμακες ρίγους και καλπάζουσας σελήνης
Μέσα απ’ τις ασφυξίες της ζούγκλας
Τις ακίνητες θύελλες
Τα δηλητηριώδη σύνορα
Τις πικρές νύχτες
Τα πελιδνά και έρημα νερά
Μέσα απ’ τις σκουριές του πνεύματος
Και τους τοίχους της αϋπνίας
Τρεμάμενο κοριτσάκι με κροτάφους ερωτευμένης
Όπου τα δάχτυλα των φιλιών στηρίζονται πάνω στην καρδιά του από ψηλά
Επάνω σ’ ένα απομεινάρι τρυφερότητας
Επάνω στη βάρκα των πουλιών
Η άπειρη πίστη
Είναι γύρω απ’ το κεφάλι της που γυρνάνε οι σίγουρες αυριανές ώρες
Πάνω στο μέτωπό της τα χάδια βγάζουν στο φως όλα τα μυστήρια
Είναι απ’ την κόμη της
Απ’ τη δεμένη εσθήτα του ύπνου της
Που οι αναμνήσεις θα πετάξουν
Προς το μέλλον αυτό το γυμνό παράθυρο
 
Μια μικρή σκιά που με ξεπερνά
Μια σκιά το πρωί.
 
 
(1934 – ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΡΟΔΟ)
 
ΣΤΗΝ ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
 
Τέλειωσα με το δωμάτιο που κοιμάμαι, που ονειρεύομαι
Τέλειωσα με την εξοχή και την πόλη που ζω,
Όπου ονειρεύομαι ξύπνιος, όπου ο ήλιος ανατέλλει,
Όπου, θησαυρίζεται το φως, στα μάτια που δεν έχω.
 
Κόσμε μικρόχαρε, χωρίς επιφάνεια και χωρίς βάθος,
Με τις απολαύσεις που μόλις τις ανακαλύψεις είναι κιόλας ξεχασμένες,
Η γέννηση και ο θάνατος αρθροίζουν την επίδρασή τους
Μέσα στις πτυχές της γης και του ουρανού που μπερδεύονται.
 
Δεν έχω αποχωριστεί τίποτα αλλά έχω διπλασιάσει την καρδιά μου.
Με το ν’ αγαπώ, τα ‘χω όλα δημιουργήσει: πραγματικό, φανταστικό,
Έχω δώσει την λογική της, τη μορφή της, την ζεστασιά της
Και τον αθάνατο ρόλο της σ’ εκείνη που με φέγγει.
                                                                                                27 νοέμβρη 1946
 
                        *
 
Εικοσι-οκτώ νοεμβρίου χίλια εννιακόσια σαραντα-έξι
 
                        *
 
Δεν θα γεράσουμε μαζί
                        Να λοιπόν η μέρα
                                    Πέραν του δέοντος: ξεχειλίζει ο χρόνος.
 
                        *
 
Η τόσο ανάλαφρη αγάπη μου παίρνει το βάρος μιας ενοχής.
 
                                    (1947 – ΞΕΧΕΙΛΙΖΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ)
 
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ
II
 
Η ανέχεια είναι σαν ένα κοπίδι
Που κόβει μες στη ζωντανή σάρκα
Κι έχοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο υποστεί το αποτρόπαιο
Όπως απ’ το βέλος στο πουλί
Απ’ τη φωτιά της ερήμου στο φυτό
Όπως ο πάγος πάνω στα νερά
 
Η καρδιά μου έχει υποστεί τις φθορές
Της δυστυχίας και της αδικίας
Ζούσα σ’ ένα μιαρό καιρό
Όπου κάποιοι διαπράτταν τις τρυφές τους
Ξεχνώντας τους αδερφούς τους γιους τους
Η συγκυρία μ’ έκλεισε στους τοίχους της
 
Μα μες στη νύχτα μου δεν ονειρεύτηκα παρά το κυανό.
 
*
 
Τα μπορούσα όλα και δεν μπορούσα τίποτα
Μπορούσα όλα να τ’ αγαπώ μα όχι αρκετά.
 
*
 
Ο ουρανός η θάλασσα η γη
Με καταβρόχθισαν
 
Χάρη στον άνθρωπο ξαναγεννήθηκα.
 
*
 
Ενθάδε κείται εκείνος που έζησε χωρίς να αμφιβάλλει
Ότι η αυγή είναι καλή σε όλες τις εποχές
Όταν πέθανε νόμιζε ότι θα γεννηθεί
Γιατί ο ήλιος έβγαινε ξανά.
 
*
Έζησα κουρασμένος για εμένα και τους άλλους
Μα πάντα ήθελα να ανακουφίσω τους ώμους μου
Και τους ώμους των αδερφών μου των πιο φτωχών
 Απ’ αυτό το κοινό βάρος που μας οδηγεί στον τάφο
 
Στο όνομα της ελπίδας μου τάχθηκα ενάντια στον ίσκιο.
 
*
 
Σταμάτα και θυμήσου το δάσος
Το λιβάδι το πιο καθαρό κάτω απ’ τον ζωηρό ήλιο
Θυμήσου τα χωρίς ομίχλη χωρίς τύψεις βλέμματα
 
Το δικό μου έχει απαλειφθεί το δικό σου το έχει αντικαταστήσει
Με το να έχουμε υπάρξει με το να είμαστε ζωντανοί συνεχίζουμε
Να στεφανώνουμε την επιθυμία του να υπάρχεις και να διαρκείς.
 
(1953 ΑΔΙΑΚΟΠΗ ΠΟΙΗΣΗ ΙΙ)