Saturday, June 27, 2009

Άδωρο

Ασταμάτητα χρόνια της δύσης
αφόρισαν τη διαύγεια του κορμιού
αφαίμαξαν την πίστη
άδραξαν την πιο χρυσή ηλιαχτίδα
και το δειλινό
έγινε ανάμνηση.
6.5.09

Wednesday, June 17, 2009

Γνώμες

• Πολλές φορές το νά' σαι φυσιολογικός ξεπερνάει τα όρια της λογικής σου.
• Η τρέλα κρύβεται μέσα μας τόσο αδέξια που δεν μπορείς παρά να την ξεσκεπάσεις.
• Με γεμάτο στομάχι μιλάς πιο σοφά απ' ό,τι με άδειο, γιατί μιλάς λιγότερο.
• Όταν τα πράγματα γίνονται πιο βίαια απ' τους ανθρώπους, είναι οι άνθρωποι που
ξεπεράστηκαν, ποτέ η φύση.
• Το θάνατο με το που τον αντιλαμβανόμαστε τον αφήνουμε συνήθως πίσω μας, αλλά εκείνος
πάντα βρίσκεται μπροστά μας.
• Ένας άνθρωπος που ονειρεύεται για όλη την ανθρωπότητα ποτέ δε φτάνει στο σημείο να
κάνει την ανθρωπότητα να σκεφτεί γι' αυτόν, η αντίστροφη διαδικασία προϋποθέτει όλη η
ανθρωπότητα να σκέφτεται όπως ο συγκεκριμένος ένας άνθρωπος-επαναστάτης.
• Όταν οι άνθρωποι καταφέρνουν να επικοινωνήσουν, είναι τότε που πιστεύουν στον ίδιο Θεό.
• Κάθε κοίταγμα προς τα πίσω, αν δεν εμπεριέχει το σκοπό να ξαναγυρίσει μπροστά, είναι
καταδικασμένο στην ανυπαρξία.
• Αν είχαμε το θάρρος να κοιτάξουμε το Θεό κατάματα θα γινόμασταν ευκολότερα άνθρωποι.
• Φέρνουμε στις πλάτες μας όλα τα κρίματα του κόσμου μα δεν αντέχουμε ποτέ τα δικά μας.
• Εάν η αμαρτία είναι ζήτημα ηθικής, δε μένει παρά να αμαρτήσει κανείς ανήθικα για να
συγχωρεθεί. Αν όμως το κάνει ηθικά, τότε δε θα χρειάζεται καν συγχώρεση.
• Η ηθική είναι κάτι που ποτέ δεν γίνεται καθολικό. Γι' αυτό η θρησκεία την ισοπέδωσε.
• Εάν ξέραμε ότι θα ζήσουμε παραπάνω χρόνια απ' όσα θα θέλαμε, θα αποκτούσαμε σίγουρα
μια υπομονή που θα μας έκανε πιο ανθρώπινους, εκτός κι αν γινόμασταν πιο άπληστοι.
• Το να γυρνάς το μάγουλο σ' αυτόν που σε χτυπάει δε σημαίνει ότι θες να σε χτυπήσει,
αν όμως το κάνει, τότε καλύτερα να του γυρίσεις την πλάτη.
• Το χιούμορ είναι το αντίδοτο στη δυστυχία αλλά μπορεί το ίδιο εύκολα να την υποθάλψει.
• Όταν καταφέρεις να τιθασεύσεις όλες τις φοβίες σου, δε σου μένει παρά να καταπολεμήσεις
τη νοσταλγία.
• Εάν η αγάπη είχε συγκεκριμένο ορισμό θα χανόταν το νόημά της.
• Η θάλασσα μας προκαλεί μάλλον ηρεμία γιατί ποτέ δεν φτάνουμε στο βυθό της. Εκτός κι αν
είναι φουρτουνιασμένη οποτέ δε μας ηρεμεί ούτε καν η επιφάνεια.
• Το να εκφράσεις ένα συναίσθημα είναι πιο δύσκολο απ' το να το αισθανθείς, γι' αυτό τότε
ολοκληρώνεται. Αν και μόνο αφού το αισθανθείς είναι εύκολο να εκφραστείς.
• Η μοναξιά είναι ανάγκη και φοβία ταυτόχρονα. Γι' αυτό όταν ξεπερνάς και τα δυο αποκτά
αξία.
• Όταν γράφεις για κάτι που βίωσες αναγκαστικά ψεύδεσαι, αλλά είναι το μόνο ψέμμα που
μιμείται την αλήθεια.
• Δεν υπάρχουν πραγματικά άθεοι, μόνο Θεοί του περιθωρίου.
• Το πως θα ξεφύγεις απ' το εγώ σου είναι πρόβλημα που σχεδόν δεν έχει λύση, έτσι
συνηθίζουμε να δενόμαστε μαζί του τόσο που να μην το βλέπουμε ως πρόβλημα.
• Όταν η απελπισία γίνεται κτήμα σου, δεν είναι η ελπίδα που πέθανε, αλλά η αισιοδοξία.
• Εάν θέλεις να γνωρίσεις τον εχθρό σου, περπάτα για λίγο στο δρόμο
του.
• Η ενηλικίωση δεν είναι μια διαδικασία καθαρά ηλικιακή, αυτό είναι ένα τυπολατρικό
σφάλμα της κοινωνίας που δεν παύουν να το πληρώνουν οι άνθρωποί της.
• Όταν τα όνειρά σου επιβάλλονται, έχεις ανακαλύψει την πιο ποιητική σου βούληση.
• Βρίσκουμε λέξεις να εξηγήσουμε τα πράγματα, αλλά μοιραία ξεχνάμε ότι την ίδια στιγμή τα
εγκλωβίζουμε.
• Οι στιγμές είναι που νικάνε το χρόνο, γιατί δεν μπορείς να τις μετρήσεις.
Απρίλιος 2009

Monday, June 8, 2009

Κάρολος Μπωντλαίρ

ΤΑ ΠΛΗΘΗ


Δεν μπορεί ο καθένας να παίρνει μια βουτιά μέσα στο πλήθος: ν' απολαμβάνεις το πλήθος είναι μια τέχνη, και μόνο εκείνος που τού' δωσε μια νεράιδα στην κούνια του την αγάπη της μεταμφίεσης και της μάσκας, το μίσος του σπιτιού και το πάθος του ταξιδιού, μπορεί να δοθεί σ' ένα όργιο ζωτικότητας σε βάρος του ανθρώπινου γένους.
Πλήθος, μοναξιά: ίσοι όροι και που μπορούν ν' αλλάξουν για τον δραστήριο και γόνιμο ποιητή. Όποιος δεν ξέρει να γεμίσει με κόσμο τη μοναξιά του, δεν ξέρει ούτε να είναι μόνος μέσα σ' ένα πολυάσχολο πλήθος.
Ο ποιητής απολαμβάνει αυτό το ασύγκριτο προνόμιο, να μπορεί κατά το κέφι του νά' ναι ο εαυτός του και ο άλλος. Όπως αυτές οι περιπλανώμενες ψυχές που ζητούν ένα σώμα, μπαίνει, όταν θέλει, μέσα στην προσωπικότητα του καθενός. Γι' αυτόν μόνο όλα είναι προσιτά, και αν μερικοί χώροι φαίνονται να του είναι κλειστοί, είναι γιατί στα δικά του μάτια δεν αξίζουν τον κόπο να τους επισκεφτεί.
Ο μοναχικός και σκεφτικός διαβάτης βγάζει μια μοναδική μέθη απ' αυτή την παγκόσμια επικοινωνία. Εκείνος που αγκαλιάζει εύκολα το πλήθος γνωρίζει απολαύσεις πυρετικές, που θα στερηθούν αιώνια ο εγωιστής, κλειστός σα σεντούκι, και ο τεμπέλης, φυλακισμένος σα μαλάκιο. Υιοθετεί σα δικά του όλα τα επαγγέλματα, όλες τις χάρες και όλες τις δυστυχίες που του παρουσιάζει η περίσταση.
Αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν αγάπη είναι πολύ μικρό, πολύ περιορισμένο και πολύ αδύνατο, αν συγκριθεί μ' αυτό το ανέκφραστο όργιο, μ' αυτή την ιερή πορνεία της ψυχής που δίνεται ολόκληρη, ποίηση και ελεημοσύνη, στο απροσδόκητο που παρουσιάζεται, στον άγνωστο που περνάει.
Είναι καλό να μαθαίνεις καμιά φορά στους ευτυχισμένους αυτού του κόσμου, έστω και μόνο για να ταπεινώσεις για μια στιγμή την ανόητη υπεροψία τους, πως υπάρχουν ευτυχίες ανώτερες από τη δική τους, πιο πλατιές και πιο εκλεπτυσμένες. Οι ιδρυτές αποικιών, οι θρησκευτικοί ηγέτες λαών, οι ιεραπόστολοι εξόριστοι στην άκρη του κόσμου, ξέρουν χωρίς αμφιβολία κάτι απ' αυτά τα μυστηριακά μεθύσια, και, στην καρδιά της απέραντης οικογένειας που γεννήθηκε η μεγαλοφυία τους, πρέπει να γελούν μερικές φορές μ' αυτούς που τους λυπούνται για την τόσο πολυτάραχη μοίρα τους και για την τόσο αγνή ζωή τους.

μετάφραση: Εύα Μυλωνά

Friday, June 5, 2009

Daiva Čepauskaitė - Noriu pasakyti

Θέλω να πω


Θέλω να πω – αγαπώ,
μα ντρέπομαι,
μπας και θα γελοιοποιηθώ,
γι’αυτό λέω – σε μισώ.
Θέλω να πω – σε μισώ,
αλλά δεν έχω εχθρούς,
γι’αυτό λέω - στην γεια σου.
Θέλω να πω – γεια σου,
αλλά μπας κι ακουστεί πολύ δυνατά,
γι’αυτό προσποιούμαι πως δεν σε είδα.
Θέλω να πω – έχε γεια,
αλλά φοβάμαι πως θα επιστρέψω,
γι’αυτό δεν λέω τίποτα.
Δεν θέλω να πω τίποτα,
αλλά θα πέσει πολύ ησυχία,
γι’αυτό λέω – βρέχει.
Θέλω να πω – παγωνιά,
αλλά μπας και δεν ακούσεις,
γι’αυτό βάζω πιο ζεστά ρούχα.
Θέλω να πω – Θα πάω,
αλλά δεν έχει κανένα δίπλα μου,
γι’αυτό απλά πηγαίνω.
Θέλω να πω – σπουργίτι,
αλλά μπας και με παρεξηγήσεις,
γι’αυτό λέω – πέτρα.
Θέλω να πω – πονώ,
αλλά ήδη το είπα,
γι’αυτό σφίγγω τα δόντια μου.
Θέλω να πω – βρωμιά,
αλλά δεν ακούεται όμορφα,
γι’αυτό δεν αναπνέω.
Θέλω να πω – στο διάβολο,
αλλά αυτό είναι κατανοητό,
οπότε λέω – θέλεις σούπα?
Θέλω να πω – γιατί,
αλλά δεν απαντά κανείς
στις ανόητες ερωτήσεις,
γι’αυτό λέω – δεν τρέχει τίποτα.
Θέλω να πω – ωραία,
μα είναι θέμα γούστου,
γι’αυτό λέω – χτες.
Θέλω να πω, αλλά δεν λέω,
επειδή δεν μπορώ, και αν μπορώ - δεν θέλω.
Θέλω να πω – θέλω,
αλλά οι επιθυμίες δεν πραγματοποιούνται πάντα,
γι’αυτό λέω – κουφέτα
ή απλώς ανοησία.
Θέλω να πω – μάλιστα,
αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις σιωπούμε,
γι’αυτο λέω – ωραίος ο καιρός.
Θέλω να πω – άδικα,
αλλά γιατί να τα λέω άδικα.


Μετάφραση: Ντάλια Σταπονκούτε
Πηγή: lyrikline.org

Tuesday, June 2, 2009

Διαφώτιση

Θαμπώσαμε τη θάλασσα
ρίξαμε στη γη άγκυρες
-απίστευτο το βάρος-
και το ανώφελο ένας δαίμονας
που σήκωσε στο θράσος του
τον ουρανό που ξέχασε
να φωτιστεί απ' τ' αστέρια.

22.5.09

Sunday, May 31, 2009

Jürgen Theobaldy - Die Astronauten

ΟΙ ΑΣΤΡΟΝΑΥΤΕΣ


Όταν πετάω το χαρτί,
δεν πετάω και το ποίημα,
το κεφάλι σου γίνεται κεφαλή
εάν υποκλιθεί μπροστά στο λόγο,
ακόμα και μια ταφόπλακα μου λέει πιο λίγα
απ' ό,τι τα ίχνη των καθημερινών δρόμων
που ένας απ' τους τραγουδιστές μου περπάτησε.

Δύο φορές στη ζωή σου
περνάς από το κατάστημα,
όπου κλαίει στη βιτρίνα η κιθάρα
που διστάζεις ν' αγοράσεις.
Την τρίτη φορά το κατάστημα έχει εξαφανιστεί.

Εκπληκτικό, πώς άλλαξαν τόσα πολλά .
Μεγαλώνω μ' έναν δίσκο μουσικής,
μόλις που πρόλαβα να μεγαλώσω,
κι ο δίσκος κυλάει προς το Μουσείο.
Τώρα μπορείς να πατήσεις
πάνω στα μπλε καστόρινα παπούτσια μου,
καθώς χοροπηδάς έξω από την ουρά
μπροστά στο ταμείο.

Ένα βράδυ άμοιξα τα μάτια
και είδα στο φεγγάρι άντρες
να φοράνε στολές ασημένιες του δύτη
μ' ένα μαθητικό "σκονάκι" στο αυτί,
ένα μήνυμα στον ελεύθερο κόσμο,
το μήνυμα ήταν: Θα γίνει.

Μόνο αυτό που είναι γραμμένο επιβιώνει,
μόνο αυτό που είναι γραμμένο χάνεται.

Ακόμα και οι αστροναύτες ανεβαίνουν εκεί πάνω,
σε κάτι τόσο ακατοίκητο όπως η Αιωνιότητα,
γιατί θέλουν να επιστρέψουν
και να δώσουν συνέντευξη.
Σκοτάδι, και περνούν κομμάτια φεγγαριού κατά ριπές.
Βουβά ανασαίνοντας τίποτα δεν ακούω
εκτός από τον κρότο της ζώνης μου.



Translated by Stratis Pashalis
Πηγή: lyrikline.org

Sunday, May 24, 2009

Ο τζίτζικας και ο μέρμυγκας

Κάποτε ήταν ένα τζιτζίκι κι ένα μυρμήγκι. Ήταν οι μόνοι κάτοικοι σ' ένα μικρό πεύκο στην πλατεία μιας βιομηχανικής μητρόπολης. Το τζιτζίκι πάντα βρισκόταν πάνω απ' το μυρμήγκι που απ' το χώμα που είχε τη φωλιά του συχνά άκουγε το τζιτζίκι να του τραγουδάει και να του λέει κάθε είδους ιστορίες. Καμιά φορά προσπαθούσε να του πει κάτι για να καταλάβει τι εννοούσε ο γείτονάς του και το τζιτζίκι έκανε ακόμα περισσότερο θόρυβο, υπερκαλύπτωντας το μυρμήγκι που με την σιγανή φωνούλα του καταλάβαινε πως δεν μπορούσε ν'ακουστεί και σώπαινε. Το τζιτζίκι έτσι πέρναγε όλο το καλοκαίρι του μασουλώντας ό, τι έβρισκε και λέγοντας στο μυρμήγκι ότι κάνει πολύ κόπο για να φάει ενώ όλα ήταν έτοιμα. Το μυρμήγκι όμως δε σταμάταγε να μαζεύει φαγητά, ακόμα και τα πιο άνοστα και να τρώει αργά και λιτά, ακόμα κι όταν η φωλιά του είχε γεμίσει.

Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να φορτώνεις με δουλειές τη μέρα σου ενώ η φύση σιγοτραγουδάει και μας δίνει κάθε λόγο να την χαρούμε. Είπε περήφανα το τζιτζίκι. Το μυρμήγκι πήγε να πει πως δεν τον κουράζει η δουλειά και πως η φύση δεν είναι κάθε μέρα χαρούμενη όπως εκείνο, αλλά το τζιτζίκι ξανάρχισε να τραγουδάει και να του τονίζει πόσο ωραία είναι η ζωή όταν ξέρεις να τη ζεις.

Μια μέρα το τζιτζίκι ξύπνησε και είδε τα φύλλα νά' χουν πέσει απ' τα δέντρα, πλησίασε το μυρμήγκι κι άρχισε να του φωνάζει που δεν του είπε πότε θα πέσουν τα φύλλα. Εκείνο προσπαθούσε να του πει πως αυτό δεν το προγραμματίζουμε και καλό θα ήταν να προλαμβάνουμε όσο είναι καλός ο καιρός την κακοκαιρία. Όμως το τζιτζίκι άρχισε να τραγουδάει με βραχνή φωνή και να καλύπτει τη φωνή του μυρμηγκιού που ανήμπορο να του εξηγήσει γύρισε στη φωλιά του. Δεν ξαναβγήκε όλη την εβδομάδα αφού κρύωνε και σιγά σιγά το τζιτζίκι σταμάτησε να τραγουδάει αφού δεν έβλεπε πια πουθενά το μυρμήγκι. Μετά από μια βδομάδα είχε ξεχάσει τα λόγια του τραγουδιού του και το μυρμήγκι του είπε πως καλύτερα να δίνει μεγαλύτερη σημασία στα λόγια για να τα θυμάται, αυτή τη φορά ακούστηκε αλλά το τζιτζίκι πάλι δεν είχε ακούσει τίποτα. Ανίκανο να απαντήσει έπεσε απ' το δέντρο και ξάπλωσε φαρδύ πλατύ στο χώμα χαλώντας τη φωλιά του μηρμυγκιού.

Wednesday, May 6, 2009

Ρέκβιεμ για την Αχμάτοβα

Χαρτί από πέτρα
η ζωή
φτάνει στη μαύρη θάλασσα
μελανιασμένη
σπάνια επιπλέουσα,
ώσπου να ενωθεί
με τους ζόφους της
και τ' αλμυρά σκιρτήματα
να σβήσει.

Κυλάει αφρίζοντας ο Γιενισέι.

Πάντα κυλάει
και χάνεται.

Friday, April 24, 2009

Πωλ Ελυάρ (απ'τη συλλογή "Εύκολο") :

Φκιάσαμε τη νύχτα κρατάω το χέρι σου ξαγρυπνώ
Σε στηρίζω με όλες μου τις δυνάμεις
Χαράζω πάνω σ' έναν βράχο το άστρο με τις δικές σου δυνάμεις
Βαθιά αυλάκια όπου η καλοσύνη του κορμιού σου θα βλαστήσει
Λέω του εαυτού μου την κρυφή φωνή σου τη δημόσια φωνή σου
Ακόμα γελάω με κείνη την αγέρωχη
Που τη μεταχειρίζεσαι σα ζητιάνα
Τους τρελούς που σέβεσαι τους απλούς που συγχρωτίζεσαι
Και μες στο κεφάλι μου όταν σιγά σιγά συμφωνεί με το δικό σου με τη νύχτα
Θαυμάζω την άγνωστη που γίνεσαι
Μια άγνωστη όμοια με σένα όμοια με ό,τι αγαπώ
Που είναι πάντα καινούριο.

μετάφραση: Μάτση Χατζηλαζάρου

Monday, April 20, 2009

Ο Κύκνος

Κύκνειο άσμα απέραντης καταιγίδας
αφρός της μετέωρης παγίδας
και δύση της χρηστής εφεύρεσης
προς το αύριο

Εφέ μιας οπτασίας εσωτερικής
έσυραν τα παλλόμενα σύννεφα
ως το τέλος της γραμμής

Μια στρατιά ασμάτων
προς την ομορφιά της μόνης ένωσης
έφερε το Θεό σε αμηχανία

Ζώο που θέλησες να σμίξεις με τον εαυτό σου τόσο
ώστε να τον ανάγεις σε μοναδικό, απροσπέλαστο,
αιώνια όμοιο,
με σένα το ίδιο.