αφόρισαν τη διαύγεια του κορμιού
αφαίμαξαν την πίστη
άδραξαν την πιο χρυσή ηλιαχτίδα
και το δειλινό
έγινε ανάμνηση.
Κάποτε ήταν ένα τζιτζίκι κι ένα μυρμήγκι. Ήταν οι μόνοι κάτοικοι σ' ένα μικρό πεύκο στην πλατεία μιας βιομηχανικής μητρόπολης. Το τζιτζίκι πάντα βρισκόταν πάνω απ' το μυρμήγκι που απ' το χώμα που είχε τη φωλιά του συχνά άκουγε το τζιτζίκι να του τραγουδάει και να του λέει κάθε είδους ιστορίες. Καμιά φορά προσπαθούσε να του πει κάτι για να καταλάβει τι εννοούσε ο γείτονάς του και το τζιτζίκι έκανε ακόμα περισσότερο θόρυβο, υπερκαλύπτωντας το μυρμήγκι που με την σιγανή φωνούλα του καταλάβαινε πως δεν μπορούσε ν'ακουστεί και σώπαινε. Το τζιτζίκι έτσι πέρναγε όλο το καλοκαίρι του μασουλώντας ό, τι έβρισκε και λέγοντας στο μυρμήγκι ότι κάνει πολύ κόπο για να φάει ενώ όλα ήταν έτοιμα. Το μυρμήγκι όμως δε σταμάταγε να μαζεύει φαγητά, ακόμα και τα πιο άνοστα και να τρώει αργά και λιτά, ακόμα κι όταν η φωλιά του είχε γεμίσει.
Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να φορτώνεις με δουλειές τη μέρα σου ενώ η φύση σιγοτραγουδάει και μας δίνει κάθε λόγο να την χαρούμε. Είπε περήφανα το τζιτζίκι. Το μυρμήγκι πήγε να πει πως δεν τον κουράζει η δουλειά και πως η φύση δεν είναι κάθε μέρα χαρούμενη όπως εκείνο, αλλά το τζιτζίκι ξανάρχισε να τραγουδάει και να του τονίζει πόσο ωραία είναι η ζωή όταν ξέρεις να τη ζεις.
Μια μέρα το τζιτζίκι ξύπνησε και είδε τα φύλλα νά' χουν πέσει απ' τα δέντρα, πλησίασε το μυρμήγκι κι άρχισε να του φωνάζει που δεν του είπε πότε θα πέσουν τα φύλλα. Εκείνο προσπαθούσε να του πει πως αυτό δεν το προγραμματίζουμε και καλό θα ήταν να προλαμβάνουμε όσο είναι καλός ο καιρός την κακοκαιρία. Όμως το τζιτζίκι άρχισε να τραγουδάει με βραχνή φωνή και να καλύπτει τη φωνή του μυρμηγκιού που ανήμπορο να του εξηγήσει γύρισε στη φωλιά του. Δεν ξαναβγήκε όλη την εβδομάδα αφού κρύωνε και σιγά σιγά το τζιτζίκι σταμάτησε να τραγουδάει αφού δεν έβλεπε πια πουθενά το μυρμήγκι. Μετά από μια βδομάδα είχε ξεχάσει τα λόγια του τραγουδιού του και το μυρμήγκι του είπε πως καλύτερα να δίνει μεγαλύτερη σημασία στα λόγια για να τα θυμάται, αυτή τη φορά ακούστηκε αλλά το τζιτζίκι πάλι δεν είχε ακούσει τίποτα. Ανίκανο να απαντήσει έπεσε απ' το δέντρο και ξάπλωσε φαρδύ πλατύ στο χώμα χαλώντας τη φωλιά του μηρμυγκιού.